Έλλη Αλεξίου: Ένας αιώνας, μια ιστορία | Ενότητα 6

ΚΑΙ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΖΩΝΤΩΝ. ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1962 - 1966)

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ

 

Η Γαλάτεια Καζαντζάκη στα τελευταία χρόνια της ζωής της.

 

 

Επιστολή του Λευτέρη Αλεξίου προς την Έλλη Αλεξίου λίγους μήνες μετά τον θάνατο της Γαλάτειας Καζαντζάκη:

 

Ηράκλειο, 22.11.1962

 

Λιλικάκι μου, αδέρφι μου πολυαγαπημένο κι ορφανό, εχάσαμε την αδερφή μας ως δεν το' λπίζαμε! Τί απροσδόκητο κακό ήταν αυτό! Και πως θα συνηθίσωμε σε μια τέτοια στέρηση! Κι ο καημένος Γιατρός, πού μένει μοναχός! Χθες ο Γιατρός από τηλεφώνου μας είπε πώς υπάρχουν ελπίδες να μένεις στην Ελλάδα. Κι από κείνη τη στιγμή, (τώρα κλειούν εικοσιτέσσερεις ώρες), άρχισε να φυσά για μένα ένα αεράκι δροσιάς και παρηγοριάς. Και μέσα στα βαθιά σκοτάδια της θλίψης (σ’ αυτά βρίσκομαι!) υπάρχει μια σανίδα για να πιαστεί ο άμοιρος άνθρωπος. Βέβαια το αδέρφι μας έζησε μάλλον ευτυχισμένη. Έφτασε σε μεγάλη σχετικά ηλικία, χωρίς μεγάλους κλονισμούς, χωρίς αρρώστιες και φτώχειες. Την αγάπησαν όσοι τη γνώρισαν, χωρίς υπολογισμούς, και ασφαλώς έφυγε ευχαριστημένη από τη ζωή της. Τι να γίνει; Αιώνιοι δεν είμαστε…και καλύτερα. […] Γράψε μου Λιλίκα, καλό μου αδέρφι την προοπτική σου. Τι θα σε αποκάμουν; Κάμε ό,τι σου ζητήσουν και όπως σου το ζητήσουν! Σ’ εξορκίζω, αδέρφι μου πολυαγαπημένο και μονάκριβο να κάμης ό,τι σου ζητήσουν. Ημείς δεν είναι σωστό να πολιτευόμαστε. Είμαστε πάνω από την πολιτική. […] Περιμένω γράμμα σου να μου τονώσει τις ελπίδες μου. Αν μείνεις οριστικά, θα ζήσωμε μαζί ή εδώ ή εκεί. Μην καθυστερήσεις την απάντησή σου. 

 

                                                                                                                                                Φιλιά

Λευτέρης

                                       Η Διεύθυνσή μου: Αρχαιολογικόν Μουσείον Ηρακλείου

Η πρώτη σελίδα της επιστολής

 

Ο Λευτέρης Αλεξίου

 

 

Το βιβλίο της Έλλης Αλεξίου Σπονδή, αφιερωμένο στη μνήμη της αδελφής της, Γαλάτειας.

 

 

Η βεβαίωση κράτησης της Έλλης Αλεξίου στις γυναικείες φυλακές Αθηνών το 1966.

 

 

Σκίτσο από τον Γιάννη Τσαρούχη το 1966

                                                                                                                                                                                                                                                           Επόμενη ενότητα  -->